Η τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων
Η τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων ήταν μια μεγάλη ελληνική γιορτή για όλον τον κόσμο.
Home > Αθήνα > Ιστορία και Αρχαιολογία > Ολυμπιακοί Αγώνες > Λεκανοπέδιο > Η τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων
Τι βλέπω;
Κάτω από το φως της Αυγουστιάτικης πανσελήνου, όλα είναι έτοιμα για την τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας. Στο κέντρο του σταδίου υπάρχει μία πασαρέλα και αυτήν την διαπερνά μια γιγάντια σπείρα από στάχυα. Το στάχυ συμβολίζει τη μάνα Γη και την αναγέννηση. Η αντίστροφη μέτρηση ξεκινάει με χτύπους καρδιάς, όπως είχε ξεκινήσει και η τελετή έναρξης. Εδώ, οι χτύποι είναι αυτοί της αγωνίας, της χαράς και της απογοήτευσης των αθλητών και των θεατών, όπως απεικονίζονται στα video walls του σταδίου από στιγμιότυπα των αγώνων, θυμίζοντας την ποικιλία έντονων συναισθημάτων που αυτοί προσφέρουν.
Η τελετή ξεκινάει με το καλλιτεχνικό σκέλος και η πρωθιέρεια Θάλεια Προκοπίου μας καλωσορίζει στην τελετή λήξης των αγώνων της 28ης Ολυμπιάδας. Η τελετή είναι ένα ελληνικό γλέντι από όλα τα μέρη της Ελλάδας, από μέρη όπου υπήρξε έντονο το ελληνικό στοιχείο και η πρόσκληση απευθύνεται σε όλη την ανθρωπότητα. Γι’ αυτό και η Κρατική Ορχήστρα Ελληνικής Μουσικής, σε διεύθυνση Σταύρου Ξαρχάκου, παίζει το «Ας κρατήσουν οι χοροί» του Διονύση Σαββόπουλου και το τραγουδάνε 5 κορυφαίοι τραγουδιστές της χώρας: Χάρις Αλεξίου, Δήμητρα Γαλάνη, Μαρινέλλα, Γιώργος Νταλάρας, Γιάννης Πάριος. Οι εθελοντές- ερμηνευτές, ντυμένοι με παραδοσιακές φορεσιές, παρακινούν το κοινό να γιορτάσουν όλοι μαζί και αυτό ανταποκρίνεται άμεσα. Κορύφωση αποτελεί η στιγμή που ολόκληρο το στάδιο βγάζει τα λευκά μαντήλια και τα κινεί στο ρυθμό της μουσικής. Το μαντήλι είναι πολύ συχνό και χρήσιμο αντικείμενο στους ελληνικούς χορούς. Επίσης χρησιμοποιείτο και σε δύσκολους αποχαιρετισμούς, όπως για πρόσωπα που μετανάστευσαν ή ταξίδεψαν και ίσως δεν επέστρεψαν ποτέ. Με παρόμοιο τρόπο και η Αθήνα αποχαιρετά με συγκίνηση τους Ολυμπιακούς Αγώνες και τον κόσμο που τους έδωσε ζωή.
Αμέσως μετά, ο εμβληματικός τραγουδιστής της Θράκης, Χρόνης Αηδονίδης, μάς καλεί στο τραπέζι να φάμε όλοι μαζί, ενώ οι πρώτοι θεριστές συγκεντρώνουν τα πρώτα στάχυα. Οι ερμηνευτές έχουν συγκεντρωθεί στην είσοδο από όπου μπαίνουν οι Κουδουνοφόροι ή Κουδουνάτοι του Σοχού Θεσσαλονίκης, βαριοντυμένες φιγούρες που πάνω τους είναι κρεμασμένες πολύ βαριές κουδούνες. Οι ρίζες των ελληνικών αποκριών ξεκινούν από την αρχαιότητα και το θεό Διόνυσο. Μέσα στους αιώνες αναπτύχθηκαν μοναδικά έθιμα σε κάθε τόπο, αλλά το κοινό τους στοιχείο ήταν να διώχνουν μακριά τα κακά πνεύματα μέσω των πολύ δυνατών θορύβων, ήχοι που σπάνε τη σιωπή του θανάτου και αναγεννιέται η φύση. Οι ίδιοι συμβολισμοί ισχύουν και στο ελληνικό Πάσχα με τις κροτίδες και τα πυροτεχνήματα, το πέρασμα από το θάνατο στην ανάσταση. Ευθύς αμέσως ξεκινάει ο Τσέστος, χορός της Ανατολικής Ρωμυλίας (σημερινή νότια Βουλγαρία), στην οποία ζούσαν πολλοί Έλληνες έως το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Χορευτές του Τσέστου βρίσκονται στην πασαρέλα και στις 4 γωνίες του σταδίου. Στο μεταξύ, οι θεριστές θερίζουν τα στάχυα και προς το κέντρο της πασαρέλας έρχονται οι γυναίκες με τις στάμνες.
Με την αλλαγή του μουσικού θέματος, οι οινοποιοί –ως Διονυσιακές φιγούρες, καθώς ο Διόνυσος ήταν ο θεός του κρασιού και των γιορτών- λιώνουν τα σταφύλια και παράγουν το κρασί για να ξεκινήσει το γλέντι. Ο Τσάμικος, είναι ο χορός που χορεύεται στα περισσότερα παραδοσιακά γλέντια της ηπειρωτικής Ελλάδας, πολεμικός χορός της Ηπείρου και παραδοσιακός χορός της γειτονικής Αλβανίας, μία απόδειξη ότι ο πολιτισμός και η κουλτούρα σε μια ευρύτερη περιοχή προϋπάρχει και υπερβαίνει τα σύγχρονα σύνορα. Το Τσάμικο το χορεύουν οι τσολιάδες, η φουστανέλα των οποίων αποτελείται από 400 πιέτες, συμβολίζοντας τα 400 χρόνια υπό οθωμανική κυριαρχία. Την ίδια στιγμή, πάνω σε τραπέζια με λευκά πανιά στέκονται όρθιοι οι μήνες του χρόνου ως ανδρικές μορφές, θυμίζοντας έργα του ζωγράφου Γιάννη Τσαρούχη, ενός πολύ τολμηρού καλλιτέχνη για την εποχή του, σκανδαλίζοντας την τότε υπερσυντηρητική ελληνική κοινωνία.
Ένας γάμος τελείται και οι γυναίκες χορεύουν τον Τσακώνικο χορό της Πελοποννήσου. Τα ανήλικα κορίτσια «προορίζονταν» για γάμο, η σκοτεινή πλευρά της παράδοσης, αλλά και ο μοναδικός τρόπος εξόδου από τη φτώχεια. Ο γάμος όμως πάντα θεωρείται από τα ευτυχέστερα γεγονότα ακόμη και στις μέρες μας, για αυτό και τα γαμήλια έθιμα είναι αμέτρητα σε όλη την Ελλάδα. Δίπλα στους νεόνυμφους, οι γυναίκες του χωριού ζυμώνουν στους ρυθμούς του Καλαματιανού.
Πώς θα μπορούσε να λείπει από την τελετή λήξης το ελληνικό καλοκαίρι; Τα πανιά πάνω στα τραπέζια που στέκονταν οι μήνες ξαφνικά σηκώνονται σαν πανιά καραβιών, δημιουργώντας ένα κυκλαδίτικο σκηνικό, με τον Γιάννη Πάριο να τραγουδάει και οι χορευτές να χορεύουν τον Μπάλο. Πάνω στην πασαρέλα, οι ψαράδες ξεδιπλώνουν τα δίχτυα, ανεμόμυλοι περιστρέφονται και οι λουόμενοι κινούνται ρυθμικά στη νησιώτικη μουσική. Το βλέμμα όλων τραβάει η είσοδος ενός αγροτικού οχήματος με καρπούζια και τους Έλληνες Ρομά να χορεύουν τσιφτετέλι, μια κοινωνική ομάδα η οποία είναι ακόμα περιθωριοποιημένη σε μεγάλο βαθμό. Το τσιφτετέλι έχει τις ρίζες του στα ανατολικά τμήματα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (περιοχές της σημερινής Τουρκίας) και τη Μέση Ανατολή. Σήμερα, είναι από τους πιο κοινούς χορευτικούς ρυθμούς της ελληνικής λαϊκής μουσικής. Η Μαρινέλλα τραγουδάει το διάσημο τσιφτετέλι «Άναψε το τσιγάρο», ενώ πάνω στα τραπέζια χορεύουν οι θαμώνες των μπουζουκιών, με έντονα ρούχα, χρώμα μαλλιών και μακιγιάζ, μία εικόνα που δηλώνει τη σαρκαστική διάθεση των εμπνευστών της τελετής, αλλά ταυτόχρονα η εικόνα είναι ακριβής.
Το κλίμα αλλάζει με έναν φόρο τιμής στους ανθρώπους του ελληνικού κινηματογράφου και θεάτρου, με τη Δήμητρα Γαλάνη να τραγουδάει το «Μανούλα μου» του Μάνου Χατζηδάκι, ένα τραγούδι που μιλάει για τον πικρό αποχωρισμό της μάνας με το παιδί της είτε λόγω ξενιτιάς είτε λόγω θανάτου. Οι εθελοντές- ερμηνευτές πλησιάζουν προς το κέντρο της σκηνής, ενώ τα στάχυα συνεχίζουν να θερίζονται. Τα νεαρά ζευγάρια στην πασαρέλα τυλίγονται με τις φιγούρες των καλλιτεχνών και προχωράνε προς το μέλλον. Ξαφνικά, ένας σπειροειδής γαλαξίας σχηματίζεται και ένα φεγγάρι ίπταται του σταδίου. Το φεγγάρι αποτελεί πηγή έμπνευσης για πολλούς τραγουδοποιούς. Ο γαλαξίας ξετυλίγεται και δημιουργείται ένα ονειρικό σκηνικό με την αισθαντική φωνή της Χαρούλας Αλεξίου και κάτω από την αυγουστιάτικη πανσέληνο.
Ακολουθεί ένας φόρος τιμής στο ρεμπέτικο, το οποίο έφεραν οι Έλληνες πρόσφυγες της Μικράς Ασίας μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο. Φωτιές ανάβουν στις 4 γωνίες του σταδίου και χορευτές πηδάνε εκστατικά πάνω από αυτές. Ο χορός στη φωτιά υπάρχει σε πολλές περιοχές της Ελλάδας ως παραδοσιακό έθιμο. Στην πασαρέλα έχει στηθεί μία σειρά από ρεμπέτες και τσαρουχικές φιγούρες που θυμίζουν την Ελλάδα του μεσοπολέμου, όπως συμβαίνει και με τον τσολιά με το ποδήλατο, τον οποίο κυνηγάει ο χωροφύλακας.
Η μουσική αλλάζει και μεταφερόμαστε στην Κρήτη. Οι οργανοπαίχτες πάνω στην πασαρέλα και οι χορευτές στις 4 γωνίες παίζουν και χορεύουν αντίστοιχα στο ρυθμό του Μαλεβιζιώτη ή Μαλεβιζιώτικου χορού, ενώ οι θεριστές συγκεντρώνουν πλέον τα κομμένα στάχυα σε δεσμίδες. Μετά τον Μαλεβιζιώτη μεταφερόμαστε στον Πόντο και τον Πυρρίχιο, έναν από τους εντυπωσιακότερους πολεμικούς χορούς, με ρίζες στην αρχαία ελληνική μυθολογία. Μέτα τον Πυρρίχιο, έρχεται ο Αμανές, μία κραυγή πόνου και οδυρμού, ζητώντας έλεος, όπως αυτή των προσφύγων της Μικράς Ασίας. Ο αμανές έχει τις ρίζες του στα βυζαντινά χρόνια και τις περιοχές της Ανατολίας και της Μέσης Ανατολής. Με την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923, σχεδόν 2 εκατομμύρια Έλληνες έφτασαν στην Ελλάδα, αφήνοντας για πάντα τα πατρογονικά τους εδάφη. Στην πασαρέλα οι άνθρωποι είναι σκυφτοί, ταλαιπωρημένοι και πονεμένοι. Όμως, αυτοί οι άνθρωποι δεν το έβαλαν κάτω. Σηκώθηκαν, πάτησαν στα πόδια τους και τα καραβάνια των προσφύγων στης πασαρέλας μετατρέπονται σε ένα γιγάντιο τραπέζι με πολλά καλούδια και είναι όλοι καλεσμένοι. Το τραγούδι «Μάνα μου Ελλάς» μιλάει για την υπερηφάνεια του νεοέλληνα για το αρχαίο παρελθόν, αλλά για την αδιαφορία του για το σήμερα και τα βήματα που πρέπει να κάνει προς την πρόοδο.
Το καλλιτεχνικό σκέλος φτάνει προς το τέλος και δε θα μπορούσε να μην κλείσει με τις νότες που η Ελλάδα είναι παγκοσμίως γνωστή, τον Ζορμπά του βραβευμένου με Όσκαρ Μίκη Θεοδωράκη για τη μουσική επένδυση στην ταινία Αλέξης Ζορμπάς. Οι θεριστές έχουν συγκεντρώσει όλα τα στάχυα σε δεσμίδες, τα βάζουν στον ώμο τους και τρέχουν στο ρυθμό του Ζορμπά. Στην πασαρέλα, το τραπέζι έχει εξελιχθεί σε ένα μεγάλο γλέντι, στο οποίο έρχονται και τουρίστες. Στην κορύφωση του Ζορμπά, οι θεριστές με τα στάχυα σχηματίζουν τους ολυμπιακούς κύκλους.
Η συνέχεια της τελετής περιλαμβάνει την τελετή απονομής μεταλλίων του μαραθωνίου ανδρών (για πρώτη φορά σε τελετή λήξης και χρυσό μετάλλιο στον Ιταλό Stefano Baldini), η παρέλαση των εθνών με τις σημαίες στην πασαρέλα και η είσοδος των αθλητών στο χώρο άτακτα και χωρίς να είναι τοποθετημένοι ανά χώρα, σαν να είναι μια μεγάλη παρέα. Εκφωνούν λόγους η πρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής Αθήνα 2004, Γιάννα Αγγελοπούλου Δασκαλάκη και ο πρόεδρος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής Ζακ Ρογκ, ο οποίος χαρακτήρισε τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας «ονειρικούς αγώνες». Μετά την ανάκρουση των εθνικών ύμνων Ελλάδας και Κίνας, η δήμαρχος Αθηναίων Ντόρα Μπακογιάννη, συνοδεία των χάλκινων Κοζάνης, παραδίδει την ολυμπιακή σημαία της Αμβέρσας στο δήμαρχο του Πεκίνου (επόμενη διοργανώτρια πόλη) Wang Qishan. Αυτή είναι και η στιγμή που το στάδιο και οι τηλεθεατές παίρνουν μία πρώτη γεύση των αγώνων του Πεκίνου, με ένα δεκάλεπτο καλλιτεχνικό δρώμενο που περιλαμβάνει στοιχεία της κινεζικής παράδοσης και στο τέλος μας προσκαλεί στο Πεκίνο για τους αγώνες του 2008. Στη συνέχεια, υποστέλλεται η ολυμπιακή σημαία, η ολυμπιακή δάδα «σκύβει» πάλι προς τον άνθρωπο (όπως στην τελετή έναρξης) για να μεταδοθεί το φως από μικρά παιδιά σε όλο το στάδιο. Με ένα φύσημα ενός μικρού κοριτσιού, η φλόγα σβήνει, μια συναισθηματική στιγμή για τους Έλληνες.
Κάθε τέλος είναι και μία νέα αρχή και η Ελλάδα λέει «εις το επανιδείν και καλή αντάμωση» με τον πιο μουσικό τρόπο. Κάτω από μία «βροχή» πυροτεχνημάτων, ο Διονύσης Σαββόπουλος, η Ελευθερία Αρβανιτάκη, η Άλκηστις Πρωτοψάλτη, η Άννα Βίσση, ο Μιχάλης Χατζηγιάννης, ο Αντώνης Ρέμος και αργότερα και ο Σάκης Ρουβάς τραγουδούν «Αεροπλάνα και βαπόρια», «Δυνατά δυνατά», Μυσιρλού (παραδοσιακό τραγούδι παγκοσμίως γνωστό από τη διασκευή για το soundtrack του Pulp Fiction), «Τα παιδιά του Πειραιά» (Όσκαρ τραγουδιού για το «Ποτέ την Κυριακή») και πολλές κλασικές και νεότερες επιτυχίες της Ελλάδας του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα και της αυγής του 21ου αιώνα.
Τι δε βλέπω;
Καλλιτεχνικός διευθυντής της τελετής ήταν ο παγκοσμίως γνωστός Δημήτρης Παπαϊωάννου, τη μουσική επιμελήθηκε ο Γιώργος Κουμεντάκης και στη σκηνοθεσία του πρώτου καλλιτεχνικού μέρους, υπεύθυνος ήταν ο Θωμάς Μοσχόπουλος.
Η τελετή λήξης δεν αγαπήθηκε από τους Έλληνες εκείνη την περίοδο όσο η τελετή έναρξης και αυτό γιατί αφενός υπήρχαν αστοχίες στην τηλεοπτική σκηνοθεσία, αφετέρου έδειξε ένα ειλικρινέστερο πρόσωπο της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας, η οποία ίσως προκάλεσε αμηχανία σε όσους επιθυμούν να βγαίνει προς τα έξω μία πιο «αποστειρωμένη» εικόνα. Με τα χρόνια όμως, αυτή η «άβολη» για μερικούς συνθήκη καταλάγιασε και πλέον όλοι μιλούν για μια τελετή λήξης που αγκάλιασε όλους τους Έλληνες και τον κόσμο. Επίσης, ήταν μία τελετή στην οποία υπήρχαν παράλληλα δρώμενα, ένα σκηνοθετικά τολμηρό εγχείρημα που δεν άφησε περιθώρια πλήξης στους θεατές. Οι τιμές των εισιτηρίων της τελετής ξεκινούσαν από τα 50 ευρώ και έφταναν τα 750.
Δε θα μπορούσε να υπάρχει καλύτερη συγκυρία από τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας να περνάμε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνου, 4 χρόνια αργότερα. Από τους αγώνες που υμνήθηκε ο άνθρωπος και η μοναδική του φύση, στους αγώνες που το άτομο περνάει σε δεύτερη μοίρα και προτάσσονται το σύνολο και η συλλογικότητα, μια άριστη σημειολογική «διαλεκτική» ανάμεσα σε δύο μεγάλους πολιτισμούς.
Μπορείτε να δείτε την τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας εδώ:
Βιβλιογραφία
Olympic Channel, Athens 2004 Closing Ceremony- Full Length| Athens 2004 Replays
https://www.youtube.com/watch?v=a5yg3XHae_0&t=22s
Τελευταία επίσκεψη 19/3/2026
Κυριακού Ζ., (2003), Ολυμπιακοί Αγώνες, η γέννηση, η αναβίωση, η επιστροφή, Δημοσιογραφική Επιθεώρηση, Ταξιδευτής
Τοποθεσία
Χρονολόγιο
Νεότερη και Σύγχρονη εποχή (1821 - )
2004 Η τελετή πραγματοποιήθηκε στις 29 Αυγούστου.

Share