Ολυμπιακοί Αγώνες Αθήνα 1896
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Αθήνας το 1896 ήταν οι πρώτοι της σύγχρονης εποχής.
Home > Αθήνα > Ιστορία και Αρχαιολογία > Ολυμπιακοί Αγώνες > Κέντρο > Ολυμπιακοί Αγώνες Αθήνα 1896
Τι βλέπω;
Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1896 ήταν το γεγονός που άλλαξε τη διεθνή εικόνα της Αθήνας, από μία «νεκρή» πόλη του παρελθόντος, σε μία ζωντανή κοσμοπολίτικη νέα πρωτεύουσα. Οι αγώνες στέφθηκαν με επιτυχία, παρά τα τεράστια οικονομικά προβλήματα της Ελλάδας εκείνη την εποχή. Χάρη σε χορηγίες πλούσιων Ελλήνων της Ελλάδας και της διασποράς, με μεγαλύτερο δωρητή τον Γεώργιο Αβέρωφ, η μεγαλύτερη αθλητική διοργάνωση που πραγματοποιήθηκε σε όλον τον κόσμο, πήρε σάρκα και οστά. Όλα τα οργανωτικά ζητήματα των αγώνων διευθετήθηκαν αποκλειστικά από την Ελλάδα, καθώς τότε δεν υπήρχαν ακόμα οι εθνικές ολυμπιακές επιτροπές και το πλαίσιο λειτουργίας τους. Η πρώτη έκδοση ολυμπιακών γραμματοσήμων πραγματοποιήθηκε τότε, ώστε να καλυφθούν έξοδα της διοργάνωσης, μία πρακτική που ακολουθείται έως σήμερα από τις διοργανώτριες πόλεις. Τότε γεννήθηκε και το παγκόσμιο σύμβολο των αγώνων, οι 5 ολυμπιακοί κύκλοι.
Επίσημα, συμμετείχαν 13 χώρες, οι ΗΠΑ, Η Αυστραλία, η Αυστρία, η Βουλγαρία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Δανία, η Ελβετία, η Ελλάδα, η Μ. Βρετανία, η Ουγγαρία, η Σουηδία και η Χιλή, ενώ η Κύπρος και η Ιταλία συμμετείχαν άτυπα. Εκείνη την εποχή, οι αγώνες διέφεραν πολύ σε σχέση με σήμερα. Δεν υπήρχε χρυσό μετάλλιο, αλλά ο νικητής λάμβανε ένα δίπλωμα (σχεδιασμένο από τον Νικόλαο Γύζη), ένα αργυρό μετάλλιο κι ένα στεφάνι από κλαδί ελιάς. Οι επόμενοι νικητές λάμβαναν δίπλωμα και χάλκινο μετάλλιο, ενώ κάθε αθλητής λάμβανε αναμνηστικό μετάλλιο, σχεδιασμένο από τον Νικηφόρο Λύτρα. Οι απονομές των μεταλλίων έγιναν την τελευταία μέρα ως μία ενιαία τελετή, πριν την τελετή λήξης. Επίσης, δεν ίσχυαν οι τόσο αυστηρές προϋποθέσεις και διατυπώσεις που ισχύουν σήμερα για τη συμμετοχή στους αγώνες. Μπορούσε δηλαδή να συμμετέχει και κάποιος τουρίστας που τύχαινε να βρίσκεται στην Αθήνα, όπως ο Άγγλος John Boland που νίκησε στην αντισφαίριση (τένις). Ούτε το επίπεδο των αθλητών μπορούσε να συγκριθεί με το σημερινό, καθώς η προετοιμασία τους ήταν ερασιτεχνικού επιπέδου. Σε άρθρο του ο Αμερικανός Thomas Curtis έγραψε ότι οι ταλαιπωρημένοι από το ταξίδι με πλοίο αθλητές των ΗΠΑ υποχρεώθηκαν να περπατήσουν με συνοδεία μουσικής και να παρακολουθήσουν όλες τις επίσημες αβρότητες στα ελληνικά, πίνοντας ντόπιο κρασί, ενώ την επόμενη μέρα αγωνίζονταν.
Αν και ο πραγματικός αριθμός συμμετεχόντων αθλητών παραμένει ασαφής, πιθανότατα ήταν 311 και ήταν μόνο άνδρες. Ο συνιδρυτής των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, βαρόνος Πιερ ντε Κουμπερτέν, ήταν κατηγορηματικά αντίθετος με τη συμμετοχή γυναικών. Πραγματοποιήθηκαν αθλήματα στίβου, πάλης, άρσης βαρών, γυμναστικά αγωνίσματα, ποδηλασία, κολυμβητικά αγωνίσματα, ξιφασκία, σκοποβολή, αντισφαίριση και μαραθώνιος. Η προσέλευση στην αντισφαίριση ήταν μειωμένη, καθώς δεν ήταν ακόμη δημοφιλές άθλημα, και οι κολυμβητικοί αγώνες διεξάχθηκαν με δυσκολία λόγω κακοκαιρίας. Πρώτες σε χρυσά μετάλλια ήταν οι ΗΠΑ, ενώ σε σύνολο μεταλλίων η Ελλάδα.
Οι ασπρόμαυρες ιστορικές φωτογραφίες μαζί με τις λεπτομερείς περιγραφές από τις ημέρες των αγώνων, μας ταξιδεύουν στο χρόνο. Οι αγώνες ξεκίνησαν με την αποκάλυψη του ανδριάντα του Αβέρωφ δίπλα στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Η τελετή έναρξης πραγματοποιήθηκε, υπό καταρρακτώδη βροχή και με χιόνια στα βουνά της πόλης. Παρόλα αυτά, η ατμόσφαιρα στο στάδιο ήταν πανηγυρική. Με την έλευση της βασιλικής οικογένειας, ο διάδοχος πρίγκιπας Κωνσταντίνος εκφώνησε πανηγυρικό λόγο και ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ κήρυξε την έναρξη των αγώνων λέγοντας: «Κηρύττω την έναρξιν των πρώτων εν Αθήναις Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων. Ζήτω η Ελλάς! Ζήτω οι Έλληνες!». Τότε ακούστηκε για πρώτη φορά σε διεθνή διοργάνωση ο Ολυμπιακός Ύμνος, σε στίχους Κωστή Παλαμά και σύνθεση Σπύρου Σαμάρα. Ο ύμνος άρεσε τόσο πολύ που το πλήθος απαίτησε δεύτερη ανάκρουση. Τα τελετουργικά στοιχεία, όπως η ανάκρουση του εθνικού ύμνου, του ολυμπιακού ύμνου και η έπαρση της σημαίας του νικητή ξεκίνησαν εδώ το 1896 και τέθηκαν οι βάσεις του τελετουργικού ολυμπιακού πρωτοκόλλου, όπως το γνωρίζουμε σήμερα.
Το πρώτο άθλημα ήταν ο δρόμος 100μ. με νικητή τον Αμερικανό Francis Lane και στον τελικό του ίδιου αθλήματος ήταν ο επίσης Αμερικανός Thomas Burke. Από τις ΗΠΑ ήταν και ο νικητής στο άλμα εις μήκος, James Connolly. Ο διάδοχος του θρόνου και πρόεδρος της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής, Κωνσταντίνος, δε μιλούσε καλά αγγλικά και όταν πήγε να συγχαρεί τον Connolly για τη νίκη του στο τριπλούν, τού είπε «ήταν ένα απαίσιο άλμα, μπράβο σας!».
Ο Connolly μοιράστηκε με τους Έλληνες αθλητές ένα ειδικό ποτό, ένα διεγερτικό αναψυκτικό με απόσταγμα φύλλων κοκαΐνης, μια πρόδρομη εκδοχή της Coca Cola. Για τα 100 χρόνια των αγώνων το 1996, οι διεκδικήτριες πόλεις ήταν η Αθήνα και η Ατλάντα, με τη δεύτερη να κερδίζει, γεγονός για το οποίο οι Έλληνες κατηγόρησαν την Coca Cola που έχει έδρα στην Ατλάντα και είναι ο παλαιότερος χορηγός των Ολυμπιακών Αγώνων.
Πίσω στους αγώνες του 1896, οι αθλητές με τις περισσότερες νίκες σε διαφορετικά αθλήματα ήταν οι Γερμανοί Herman Weingärtner και Carl Schuhmann σε αθλήματα ενόργανης γυμναστικής, αγωνίσματα στίβου και άρση βαρών. Στον πρώτο μαραθώνιο ως άθλημα στην παγκόσμια ιστορία, νικητής ήταν ο Έλληνας νερουλάς Σπύρος Λούης. Η γενικότερη εικόνα ήταν ότι οι Γερμανοί ήταν καλύτεροι στη γυμναστική, οι Γάλλοι στους ποδηλατικούς αγώνες, οι Άγγλοι στο τένις, και οι Έλληνες σε μαραθώνιο, σκοποβολή και ξιφασκία. Αν μπορούσαμε να συνοψίσουμε τα highlights των ημερών, α) την 3η μέρα εγκαινιάστηκε το σκοπευτήριο στην Καλλιθέα από τη βασίλισσα Όλγα, η οποία έριξε την πρώτη βολή, β) παντού στην πόλη πραγματοποιούνταν συναυλίες από φιλαρμονικές και γενικά υπήρχε ένα πολύ γιορτινό κλίμα, γ) η νίκη του Σπύρου Λούη στο μαραθώνιο –αμφισβητούμενη από κάποιους σύγχρονους μελετητές- προκάλεσε τεράστιο ενθουσιασμό στους Έλληνες και οι Αθηναίοι έστησαν ολονύκτιο γλέντι, ενώ πολλοί του προσέφεραν πολύτιμα δώρα, δ) το βράδυ της 7ης ημέρας πραγματοποιήθηκε η μεγάλη λαμπαδηδρομία, ε) η κακοκαιρία της 8ης ημέρας παρέσυρε βάρκες και φορτηγίδες, με αποτέλεσμα να γίνουν με δυσκολία τα αγωνίσματα κολύμβησης στον Πειραιά, ενώ της κωπηλασίας αναβλήθηκε, στ) γυναίκες στο μαραθώνιο απαγορεύονταν, αλλά η Σταμάτα Ρεβύθη από τη Σύρο, νομίζοντας ότι θα λάβει χρηματικό έπαθλο, έτρεξε τη διαδρομή μόνη της την επόμενη μέρα του μαραθωνίου με τους χρόνους της να καταγράφονται από τους υπεύθυνους των αγώνων ζ) η κακοκαιρία της 9ης ημέρας ανάγκασε τους διοργανωτές να αναβάλλουν την τελετή απονομής βραβείων για την επόμενη μέρα. Στα αξιοσημείωτα των ημερών ήταν επίσης ότι δεν υπήρξε κανένα περιστατικό βίας, εισιτήρια πωλούνταν σε πολλά σημεία της πόλης, μεταξύ αυτών και σε καφενεία, καταστήματα και καπνοπωλεία, ενώ απαγορεύονταν τα στοιχήματα. Η εικόνα της καθαριότητας της πόλης βελτιώθηκε, οι καταστηματάρχες πείστηκαν να περιποιηθούν τα καταστήματά τους και οι κάτοικοι τα σπίτια τους, διανοίχτηκαν νέοι δρόμοι και βελτιώθηκαν οι παλιοί, βελτιώθηκε το σύστημα υδροδότησης, διακοσμήθηκαν κεντρικές πλατείες και ανέβηκαν θεατρικές παραστάσεις. Τα ξενοδοχεία δεν επαρκούσαν για τους επισκέπτες, γι’ αυτό πολλοί Αθηναίοι διαμόρφωσαν τους χώρους των σπιτιών τους, ακόμα και τις αποθήκες τους για βραχυχρόνια μίσθωση.
Εκτιμάται ότι έφτασαν 60.000 επισκέπτες, μεγάλος αριθμός για την εποχή και σε μια Αθήνα που ο πληθυσμός της ήταν μόνο 100.000. Το στάδιο δεν μπορούσε να είναι καθημερινά γεμάτο. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες άρχισαν να αποκτούν χαρακτηριστικά μαζικότερων θεατών από το 1932 και μετά. Οι βασικές εγκαταστάσεις ήταν το Παναθηναϊκό Στάδιο και το Ζάππειο, το οποίο λειτουργούσε ως Ολυμπιακό Χωριό και βρίσκονταν τα καταλύματα των αθλητών. Εκεί πραγματοποιήθηκαν και οι αγώνες ξιφασκίας. Σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο δίπλα στο Ναό Ολυμπίου Διός πραγματοποιήθηκαν οι αγώνες τένις. Το ποδηλατοδρόμιο (περίπου 8000 θεατών και στίβο 333μ) βρισκόταν στο Φάληρο, το σκοπευτήριο στην Καλλιθέα και στο Πασαλιμάνι πραγματοποιήθηκαν οι κολυμβητικοί αγώνες. Τα νερά ήταν αρκετά κρύα (12- 14C) και οι κολοκύθες ως σημαδούρες δεν ήταν πολύ σταθερές. Οι μετακινήσεις των θεατών γίνονταν με άμαξες, κάρα και τον ατμήλατο Σιδηρόδρομο Αθηνών- Πειραιώς. Αγωνίσματα που δεν πραγματοποιήθηκαν λόγω οικονομικής στενότητας, παρά την έγκρισή τους στο Συνέδριο του Παρισιού, ήταν τα ιππικά αγωνίσματα, το κρίκετ, το jeu de paume, το πένταθλο και η παγοδρομία.
Εκτός από τις εγκαταστάσεις, και άλλα δημόσια έργα συνέβαλαν στην ομαλή τέλεση των αγώνων, όπως το πράσινο και ο φωτισμός στους δρόμους, η γέφυρα του Ιλισού που ένωνε το Παναθηναϊκό Στάδιο με την πόλη, η δημιουργία ουρητηρίων και η αναβάθμιση υπηρεσιών. Όλα αυτά βέβαια δε θα μπορούσαν να μη συνοδευτούν από μία αύξηση τιμών στα πάντα.
Οι αγώνες έληξαν με δύο γιορτές, μία στην αίθουσα χορού του παλατιού προς τιμήν των αθλητών και των διοργανωτών των αγώνων και μία στο Παναθηναϊκό Στάδιο, στην οποία προσήλθε η βασιλική οικογένεια, ακολούθησε η ανάκρουση του ελληνικού εθνικού ύμνου και μία πινδαρική ωδή, την οποία ο Βρετανός George Stuart Robertson έγραψε αποκλειστικά για την περίσταση. Έπειτα, εισήλθαν οι αθλητές με πρώτη την ελληνική ομάδα και τον Σπύρο Λούη, μετά οι ομάδες των ΗΠΑ και της Ουγγαρίας και μετά οι υπόλοιπες. Αφού ακούστηκε ο ολυμπιακός ύμνος, ο βασιλιάς κήρυξε τη λήξη των αγώνων.
Λίγες μέρες μετά την αποχώρηση των αθλητών, έφτασε στην Αθήνα η σωρός του πρώην πρωθυπουργού Χαρίλαου Τρικούπη. Η Αθήνα, από οικοδέσποινα μίας παγκόσμιας γιορτής, υπέστη μια ξαφνική μεταστροφή κλίματος, αποδίδοντας τις δέουσες τιμές στο νεκρό της.
Οι διεθνείς εντυπώσεις για το μεγάλο και τολμηρό εγχείρημα των Ολυμπιακών Αγώνων ήταν θετικές. Ο Γάλλος εθνικιστής και θεατής των αγώνων Σαρλ Μωράς είχε έρθει με επικριτική διάθεση στην Αθήνα, κυρίως φοβούμενος ότι ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας των αγώνων θα αλλοίωνε τη φυλετική καθαρότητα του έθνους. Ο όρος κοσμοπολιτισμός είχε αρνητική σημασία εκείνη την εποχή. Παρόλα αυτά, γοητεύτηκε από την επισημότητα, τις αναφορές στην παράδοση και τις ενδιαφέρουσες αντιθέσεις. Του έκανε εντύπωση ότι το ελληνικό κοινό ζητωκραύγαζε σχεδόν λυσσαλέα όταν οι αθλητές ήταν Έλληνες, αλλά ποτέ δεν υπήρξε άδικο με τους ξένους νικητές. Οι Έλληνες πάντα επευφημούσαν τους νικητές από όπου και αν προέρχονταν. Λαμβάνοντας υπόψη και την παρόμοια παρουσία και στάση ξένων ομάδων και των οπαδών τους, διαπίστωσε λοιπόν, ότι η ιδέα του έθνους και ο κοσμοπολιτισμός μπορούν να συνυπάρχουν λέγοντας ότι ο «ψεύτικος κοσμοπολιτισμός του σταδίου όχι μόνο δεν πνίγει τον εθνικό ενθουσιασμό, αλλά τον διεγείρει μέχρι απελπισίας».
Το αποτύπωμα των αγώνων στην πόλη ήταν επίσης θετικό. Περιοχές γύρω από τις εγκαταστάσεις και γύρω από τους σταθμούς του σιδηρόδρομου αναπτύχθηκαν. Ελάχιστα χρόνια μετά, κυκλοφόρησε το πρώτο αυτοκίνητο και ασφαλτοστρώθηκε ο πρώτος δρόμος, η οδός Αιόλου. Σε μόλις 2 χρόνια οι χωματόδρομοι δεν υπήρχαν, ενώ κατασκευάστηκαν νέο δημοτικό νοσοκομείο, λαχαναγορά, πλατείες, άνοιξαν καφενεία και άκμασαν οι εμπορικές συναλλαγές.
Οι επόμενοι Ολυμπιακοί Αγώνες πραγματοποιήθηκαν στο Παρίσι το 1900 και συνδυάστηκαν με την Παγκόσμια Έκθεση του Παρισιού. Το 1906 πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα η λεγόμενη Μεσολυμπιάδα ή Ενδιάμεση Ολυμπιάδα, η οποία ποτέ δεν αναγνωρίστηκε επίσημα, παρόλο που ήταν η πιο επιτυχής διοργάνωση μετά τις προβληματικές διοργανώσεις του Παρισιού και του Σαιντ Λούις (1904) και παρά τη συμμετοχή 20 χωρών σε 77 αγωνίσματα, τη συμμετοχή 877 αθλητών, 7 αθλητριών και τη συμπερίληψη του ποδοσφαίρου στα ολυμπιακά αθλήματα. Ήταν μια προσπάθεια για μόνιμη τέλεση των αγώνων στην Ελλάδα κι ένα γεγονός που ανέταξε τον ολυμπισμό, μιας και οι Έλληνες είχαν ήδη την τεχνογνωσία. Προσέλκυσε χιλιάδες επισκέπτες και χάρη στη διοργάνωση έγιναν σημαντικά έργα υποδομής. Οι επισκέπτες έκαναν λόγο για μέρες «μαγείας και ονείρων» στην Αθήνα που έβριθε πολιτιστικών εκδηλώσεων και στολισμών.
Τι δε βλέπω;
Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός, όπως και οι αρχαίοι Ολυμπιακοί Αγώνες, υπήρξαν αντικείμενο θαυμασμού στην Ευρώπη της Αναγέννησης και των αιώνων που ακολούθησαν. Πολλοί περιηγητές ήρθαν στην Ελλάδα να θαυμάσουν τα αρχαία ερείπια. Το ίδιο μονοπάτι ακολούθησε και το ανεξάρτητο πλέον ελληνικό κράτος του 19ου αιώνα, στρέφοντας το βλέμμα του στο αρχαίο παρελθόν. Σε αυτό το πλαίσιο εμφανίστηκαν και οι πρόδρομοι των Ολυμπιακών Αγώνων σε Ελλάδα και εξωτερικό. Η πρώτη απόπειρα σύγχρονου αθλητισμού έγινε στους ολυμπιακούς του Κότσγουολντ της βόρειας Αγγλίας το 17ο αιώνα, από τον Robert Dover, οι οποίοι διατηρήθηκαν έως τον 19ο αιώνα. Άλλες απόπειρες τοπικών Ολυμπιακών Αγώνων ήταν του Cambridge, του Γουένλοκ της Αγγλίας, της Ramlösa της Σουηδίας, της Νέας Υόρκης, του Μόντρεαλ, των Γκρενόμπλ/ Ροντώ, του Λονδίνου, του Μπέρμιγκχαμ και η γερμανική αναβίωση του Turnfests. Στην Ελλάδα, η πρώτη απόπειρα αναβίωσης των αγώνων έγινε το 1838 από το Δήμο Λετρίνων (σημερινός Πύργος Ηλείας, κοντά στην Αρχαία Ολυμπία). Ο δήμος πρότεινε την καθιέρωση σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων κάθε 4 χρόνια στον Πύργο Ηλείας.
Η πρόταση αυτή μπορεί να μην εφαρμόστηκε εκεί, αλλά οι πρώτες ζυμώσεις έγιναν το 1856 στην Αθήνα, η οποία είχε ήδη ανακηρυχτεί πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Οι ζυμώσεις αυτές αφορούσαν τους πρώτους χορηγούς, όπως τον Ευαγγέλη Ζάππα και την πρωτοβουλία του υπουργού εξωτερικών και αρχαιολόγου Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή για τα Ολύμπια. Τα Ολύμπια ή αλλιώς Ζάππειοι Αγώνες και λεγόμενοι Εθνικοί Ολυμπιακοί Αγώνες ήταν εκθέσεις κυρίως αγροτοβιομηχανικών προϊόντων, στο πλαίσιο των οποίων πραγματοποιούνται και αθλητικοί αγώνες. Πραγματοποιήθηκαν το 1859, το 1870, το 1875 και το 1888 και λάμβαναν χώρα στο νεόδμητο Ζάππειο Μέγαρο και το Παναθηναϊκό Στάδιο. Τα Α΄ Ολύμπια ήταν μια απολύτως αποτυχημένη διοργάνωση. Στα Β΄ Ολύμπια (1870), τα πράγματα ήταν σαφώς καλύτερα, ενώ καθιερώθηκε ο όρκος των αθλητών και ακούστηκε για πρώτη φορά ο ολυμπιακός ύμνος. Ξέσπασε όμως κατακραυγή, με κυριότερο εκφραστή τον καθηγητή φιλοσοφίας Φίλιππο Ιωάννου, ο οποίος εκτόξευσε μύδρους κατά των αγώνων, επειδή συμμετείχαν «εργάτες». Πρότεινε σε επόμενες διοργανώσεις να συμμετέχουν μόνο φοιτητές, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι αγώνες παραμένουν προνόμιο της αστικής τάξης, όπως στην Αγγλία. Με το θάνατο του Ζάππα, τα Ολύμπια παρήκμασαν και τελικά διακόπηκαν. Το τέλος αυτό ήταν η αρχή των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, όπως περίπου τους ξέρουμε σήμερα. Επίσης, ένα χρόνο πριν την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, πραγματοποιήθηκαν στην Τήνο τα Τήνια, οι πρώτοι πανελλήνιοι αθλητικοί αγώνες.
Η ιδέα της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων είχε ήδη εκφραστεί από τον Έλληνα διαφωτιστή Αδαμάντιο Κοραή, πολύ πριν την Ελληνική Επανάσταση. Παρόλα αυτά, εμπνευστής των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων θεωρείται επίσημα ο Γάλλος βαρόνος Σαρλ- Πιερ Φρεντύ ντε Κουμπερτέν (1863- 1937), ο οποίος προώθησε το σχολικό αθλητισμό και σε συνεργασία με το Βρετανό William Penny Brookes και την επιτροπή οργάνωσης των Ολυμπίων της Αθήνας, διεξήγαγαν στην Αγγλία τους πρώτους τοπικούς Ολυμπιακούς Αγώνες. Το γεγονός αυτό ώθησε τον Κουμπερτέν να προωθήσει συστηματικά την ιδέα της αναβίωσης, στα πρότυπα της αρχαιότητας. Επιπλέον, ο Κουμπερτέν μελέτησε σε βάθος το εκπαιδευτικό σύστημα σε Αγγλία και ΗΠΑ, τις οποίες και επισκέφθηκε. Η μελέτη αυτή τον βοήθησε στη στοιχειοθέτηση υπέρ ενός μεγάλους εγχειρήματος όπως η διοργάνωση Ολυμπιακών Αγώνων. Έτσι, λίγα χρόνια αργότερα, στο Αθλητικό Συνέδριο του Παρισιού, οι εκπρόσωποι πολλών χωρών αποδέχτηκαν τις προτάσεις του ίδιου και του Έλληνα συνεργάτη του και πρώτου προέδρου της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής, Δημήτριου Βικέλα, και αποφασίστηκε η πραγματοποίηση των αγώνων κάθε 4 χρόνια σε διαφορετική πόλη, με πρώτη την Αθήνα. Ωστόσο, σύμφωνα με το λόγιο David Young και το επαρκώς τεκμηριωμένο έργο του, ο Κουμπερτέν απλά αναπαρήγαγε τις ιδέες του Βρετανού Brookes, του Γάλλου Philippe Daryl και πολλών προσωπικοτήτων της Ελλάδας, απλά τις προωθούσε αποτελεσματικότερα.
Όλοι συνέχαιραν τον Κουμπερτέν για την ιδέα του, αλλά κανείς δεν τον στήριξε έμπρακτα. Όλοι είχαν χαρακτηρίσει τις προτάσεις του ρομαντικές και ουτοπικές. Δεν εγκατέλειψε όμως την ιδέα. Έκανε επαφές σε Ευρώπη και ΗΠΑ που προώθησαν τον ερασιτεχνικό αθλητισμό. Η δημοφιλία των αθλητικών αυτών γεγονότων ήταν αυξανόμενη, ειδικότερα στις ανώτερες τάξεις. Αξιοποίησε αυτό το momentum, ώστε να ωριμάσει καλύτερα η ιδέα των Ολυμπιακών Αγώνων, μέσα από μία πιο επαγγελματική λογική του αθλητισμού, με συγκεκριμένους και απαράβατους κανόνες ανά άθλημα. Μεγάλα ιδιωτικά σχολεία και πανεπιστήμια όπως του Cambridge και της Οξφόρδης, συνέβαλαν στην καλύτερη οργάνωση των λαϊκών αθλημάτων και των τοπικών αγώνων. Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν αργότερα και τα σχολεία και κολλέγια των ΗΠΑ. Στην ανάπτυξη της αθλητικής κουλτούρας στην Ελλάδα συνέβαλε ο Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος και συγκεκριμένα ο Ιωάννης Φωκιανός, του οποίου η επιρροή έτεινε προς τη μείωση του λαϊκού χαρακτήρα των αθλημάτων ως ανοιχτές γιορτές για όλους, αλλά καλλιέργησε μία τάση για διαγωνιζόμενους από γυμνάσια και πανεπιστήμια.
Η αυξανόμενη δημοφιλία άρχισε σιγά σιγά να κάνει τους τοπικούς αγώνες υπερτοπικούς. Παρά τον ενθουσιασμό των Ελλήνων για τη διοργάνωση των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων, οι πολιτικοί της Ελλάδας δεν ήταν το ίδιο ενθουσιώδεις, καθώς πίστευαν ότι τα αθλήματα δεν προσέφεραν τίποτα στην ανάπτυξη της χώρας και στη βιομηχανία της. Ήταν παράλληλα και μια εποχή που η Ελλάδα ήταν στα όρια της χρεοκοπίας. Το 1893 ο πρωθυπουργός της Ελλάδας κήρυξε πτώχευση. Για το λόγο αυτόν, οι Κουμπερτέν και Βικέλας στράφηκαν σε Έλληνες ιδιώτες, τους οποίους δεν κατάφεραν να πείσουν αρχικά. Έτσι, σε περίπτωση που οι προσπάθειες δεν απέδιδαν, είχαν σαν επόμενη λύση τη διοργάνωση στη Βουδαπέστη. Με το μέρος των Κουμπερτέν και του Βικέλα ήταν όμως οι απλοί πολίτες, οι μικροεπιχειρηματίες και οι άνθρωποι του καθημερινού μόχθου. Επίσης, το παλάτι, με τη στήριξη της αντιπολίτευσης του Θεόδωρου Δηλιγιάννη που μετά έγινε κυβέρνηση, παρέκαμψαν την κυβέρνηση Τρικούπη και τελικά, πρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής ανέλαβε ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος, ο οποίος απευθύνθηκε στον Γεώργιο Αβέρωφ και την ίδια στιγμή πραγματοποίησε έρανο, κατά τον οποίο συγκεντρώθηκε το αστρονομικό -για την εποχή- ποσό των 330.000 δρχ.
Με την εξασφάλιση της χρηματοδότησης δεν τελείωσαν τα προβλήματα. Ο Κουμπερτέν έπρεπε να προσελκύσει χώρες, καθώς ο ενθουσιασμός ήταν πολύ χαμηλός, να βρει λύσεις για την προσέλευση των αθλητών του εξωτερικού, για το σχεδιασμό των μεταλλίων, για τη θέσπιση κανόνων και για πολλά ακόμα.
Ο Κουμπερτέν και οι Έλληνες διοργανωτές γνώριζαν τη δύναμη των συμβόλων. Η σημασία της «Ανάστασης» της Αθήνας και της Αρχαίας Ελλάδας συνδεόταν με τη χρονική στιγμή έναρξης των αγώνων που ήταν στις 25 Μαρτίου (βάσει του παλαιού ημερολογίου- θεσπισμένη ως επίσημη ημερομηνία έναρξης της Ελληνικής Επανάστασης) ανήμερα της γιορτής για τα 75 χρόνια ανεξαρτησίας και της ημέρας που συνέπιπταν το καθολικό και το ορθόδοξο Πάσχα, η θρησκευτική διάσταση της «Ανάστασης».
Η διεθνής αρθρογραφία της εποχής έδινε έμφαση στη σύνδεση των αθλητικών γεγονότων των αγώνων και του σταδίου με την αρχαιότητα, μία σύνδεση που ενέπνεε το κοινό και προσέδιδε κύρος στους αγώνες. Μετέφεραν την πανηγυρική ατμόσφαιρα στο στάδιο, ειδικότερα μετά τη νίκη του Σπύρου Λούη, τις νίκες των αθλητών των χωρών τους και τις εντυπώσεις που άφησαν. Επίσης, κάλυψαν τα παρασκήνια των αγώνων, κοινωνικούς σχολιασμούς εξεχουσών προσωπικοτήτων, ευτράπελα των αγώνων, κατέγραψαν τις εντυπώσεις τους για το επιβλητικό στάδιο, ανέλυσαν το ρίσκο του εγχειρήματος της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων (συχνά με κριτική διάθεση) και τη διαφορά τους με άλλα αθλητικά γεγονότα και τη διαφορετική ατμόσφαιρα που αυτοί δημιουργούν. Ο διεθνής τύπος δεν παρέλειψε να ασκήσει κριτική σε πολλούς αθλητές και ειδικότερα της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, επειδή δεν πήγαν τόσο εκπροσωπώντας τη χώρα τους ή κάποιο σωματείο, αλλά για προσωπική τους τέρψη. Μοναδικές εξαιρέσεις ήταν οι Αμερικάνοι και οι Ούγγροι αθλητές που πήγαν πιο οργανωμένα. Ο διεθνής τύπος όμως κατέληγε σε ένα κοινό συμπέρασμα. Οι αγώνες αυτοί ήταν μία μοναδική εμπειρία. Η συνάντηση όλου του κόσμου σε ένα μέρος, το άκουσμα τόσων διαφορετικών γλωσσών, η συνάντηση διαφορετικών πολιτισμών ήταν κάτι που συνεπήρε τους πάντες, μία εμπειρία που οι Έλληνες κλήθηκαν να οργανώσουν και το έπραξαν με επιτυχία.
Το αγώνισμα του Μαραθωνίου καθιερώθηκε για πρώτη φορά σε ανάμνηση του αγγελιοφόρου Φειδιππίδη (490 π.Χ.), ο οποίος μετέφερε τρέχοντας στην Αθήνα τα νέα της νίκης των Ελλήνων έναντι των Περσών μετά τη μάχη του Μαραθώνα. Αυτή μάλλον είναι η θρυλική εκδοχή της ιστορίας. Ο μαραθώνιος πιθανότατα εμπνεύστηκε από την επιστροφή των Αθηναίων από το Μαραθώνα προς την Αθήνα μετά τη νίκη τους. Όποια και να είναι η πηγή έμπνευσης, το άθλημα του μαραθωνίου ήταν μία παγκόσμια καινοτομία και αγαπήθηκε διαχρονικά, γι’ αυτό μέχρι σήμερα πραγματοποιείται σε πολλές πόλεις του κόσμου κάθε χρόνο.
Στο μεταξύ, είχε ξεσπάσει καβγάς ανάμεσα στους Γερμανούς και τον Κουμπερτέν και κατ’ επέκταση ανάμεσα στο γερμανικό και τον ελληνικό τύπο. Οι Γερμανοί αθλητές αψήφησαν τις απειλές του Γερμανικού Γυμναστικού Συλλόγου να μη συμμετέχουν στους αγώνες εξαιτίας των παραπάνω. Το πρόβλημα επιλύθηκε με τη μεσολάβηση των μοναρχών.
Η επιτυχία των αγώνων άνοιξε την όρεξη των Ελλήνων για μόνιμη τέλεσή τους στην Ελλάδα και ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος εξέφρασε ανοιχτά την επιθυμία αυτή. Οι Αμερικάνοι αθλητές συμφώνησαν μαζί του και δήλωσαν εγγράφως την υποστήριξή τους με επιστολή στην οποία ανέφεραν ότι οι αγώνες πρέπει να πραγματοποιούνται στον τόπο που γεννήθηκαν. Ο ελληνικός Τύπος συντάχθηκε με τη θέση του παλατιού και ξαφνικά ξεκίνησε να λοιδορεί τους Κουμπερτέν και Βικέλα. Ο δεύτερος ήταν διχασμένος ανάμεσα στο φίλο του Κουμπερτέν και τα αισθήματά του για την Ελλάδα. Εξαιτίας αυτής της εξέλιξης, ξεκίνησε ένα σκληρό παιχνίδι εξουσίας με εκατέρωθεν ύβρεις και τον Κουμπερτέν να είναι πολύ θυμωμένος με τους Έλληνες, επειδή η αναφορά του ονόματός του μετά τους αγώνες ήταν σπάνια. Ενώ ο Κουμπερτέν είχε αυτήν την απαίτηση, ο ίδιος πριν δεν έκανε ποτέ τις ανάλογες αναφορές σε πρόσωπα και ιδέες που ο ίδιος παρουσίαζε ως δικές του. Όλο αυτό το αρνητικό κλίμα είχε σοβαρές επιπτώσεις στη ΔΟΕ (με έδρα στη Λοζάνη της Ελβετίας από το 1915), το ολυμπιακό κίνημα συνολικά, τη φήμη των αγώνων και φυσικά τις ολυμπιάδες που ακολούθησαν. Το κλίμα άρχισε να αναστρέφεται με τη Μεσολυμπιάδα της Αθήνας και τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου το 1908, αν και μετά ακολούθησαν γεγονότα που άφησαν ανεξίτηλα σημάδια στην παγκόσμια ιστορία, ο Α΄ και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Παρόλο που υπήρχαν περίοδοι που αυτό δεν επιτεύχθηκε, στόχος των αγώνων είναι η συναδέλφωση των λαών και ο αθλητισμός να είναι το μέσο μιας παγκόσμιας ειρήνης, στα πρότυπα της αρχαίας ολυμπιακής εκεχειρίας.
Το ζήτημα της σταθερής διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων στην Ελλάδα ανέκυψε το 1976, όταν πολλές αφρικανικές χώρες αρνήθηκαν τη συμμετοχή στους Ολυμπιακούς του Μόντρεαλ, λόγω της συμμετοχής της Νοτίου Αφρικής, η οποία βρισκόταν υπό καθεστώς Απαρτχάιντ. Ο τότε Έλληνας πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής έσπευσε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία και να επαναφέρει την πρόταση. Το ίδιο έπραξε και το 1980 στους Ολυμπιακούς της Μόσχας, με αφορμή την εισβολή της ΕΣΣΔ στο Αφγανιστάν. Η πρόταση του Καραμανλή απορρίφθηκε με βάση 3 επιχειρήματα: 1. Ο Κουμπερτέν οραματίστηκε οι αγώνες να διεξάγονται σε όλον τον κόσμο, 2. Είναι άδικο αθλητές κάποιον χωρών να αλλάζουν μόνιμα χρονική ζώνη, 3. Η Ελλάδα δεν είχε εγγυημένη πολιτική σταθερότητα τότε, ειδικότερα όταν μετά την πτώση της χούντας αποφασίστηκε με δημοψήφισμα η κατάργηση της βασιλείας, ενώ ο τέως βασιλιάς Κωνσταντίνος Β΄ ήταν μέλος της ΔΟΕ. Ωστόσο, το επιχείρημα περί πολιτικής αστάθειας στην Ελλάδα διαψεύστηκε εκ των πραγμάτων αργότερα.
Οι επιδόσεις των αθλητών στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896 μπορεί να ήταν μέτριες, αλλά θριάμβευσε το συναίσθημα, η άμιλλα, η συνεργασία η –έστω και προσωρινή- συναδέλφωση των λαών, η φιλοξενία και όλα αυτά με φόντο το γνήσιο τοπίο της αρχαιότητας, τα ερείπια της κλασικής αρχαιότητας και των αξιών που γεννήθηκαν από αυτήν. Η Ελλάδα έδειξε ότι μπορεί να θέσει στόχους και να τους πετύχει, ακόμη και με αντιξοότητες. Ο διευθυντής της Αμερικανικής Σχολής Ρίτσαρντσον είπε χαρακτηριστικά «είναι ένα μικρό και φτωχό βασίλειο, αλλά όπως και η αρχαία Ελλάς, μεγάλο σε ψυχικά χαρίσματα».
Σε μία ταραγμένη εποχή, η Ελλάδα ανέδειξε τον τρόπο που οραματιζόταν τον εαυτό της και το ρόλο της στη σύγχρονη εποχή. Οι συναισθηματικές αναφορές στο αρχαίο ένδοξο παρελθόν έθρεψαν σε μεγάλο βαθμό την υπέρμετρη αυτοπεποίθηση των Ελλήνων, τον εθνικισμό, ο οποίος ήταν κυρίαρχη διεθνής τάση της εποχής και έθρεψε και τη Μεγάλη Ιδέα (ανάκτηση των συνόρων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με πρώτη την Κωνσταντινούπολη, την εξάλειψη της Τουρκίας και την εδραίωση της ελληνικής ηγεμονίας στην περιοχή), η οποία μερικές δεκαετίες αργότερα θα αποδεικνυόταν καταστροφική. Παράλληλα όμως με αυτόν τον εθνικιστικό παροξυσμό, η κατάσταση ερχόταν σε μια μερική ισορροπία από μια αξιοσημείωτη τάση διεθνοποίησης, όπως επέβαλε ο νέος τρόπος ζωής μετά την Βιομηχανική Επανάσταση και ειδικότερα με την επιστημονική ανάπτυξη, την ανάπτυξη αμεσότερων μέσων επικοινωνίας (π.χ. τηλέγραφος, τηλέφωνο), τις διεθνείς εμπορικές, πολιτιστικές και βιομηχανικές εκθέσεις. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες φαίνεται να εντάχθηκαν ομαλά στη λογική και των δύο αυτών αντικρουόμενων τάσεων, γεγονός που δείχνει ότι οι συνθήκες είχαν ωριμάσει για ένα τέτοιο παγκόσμιο γεγονός.
Βιβλιογραφία
Μαυροματάκη Μ., (2002), Ολυμπία και Ολυμπιακοί Αγώνες, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, Γενική Γραμματεία Αθλητισμού
Κουρελά Ι., (2003), Ολυμπιακοί Αγώνες, από την Αθήνα του 1896 στην Αθήνα του 2004, εκδόσεις Παπαζήση
Κυριακού Ζ., (2003), Ολυμπιακοί Αγώνες, η γέννηση, η αναβίωση, η επιστροφή, Δημοσιογραφική Επιθεώρηση, Ταξιδευτής
Μωρράς Σ., (εκδ. 2000), Αθήνα 1896, οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες, Αθήνα: Ωκεανίδα
Σωτηρόπουλος Β., (χ.χ.), Θρυλικοί Ολυμπιονίκες, εκδόσεις Αλφειός
Σμιθ Λ.Μ., (2004), Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1896 στην Αθήνα, η γέννηση των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, Βιβλιοπωλείο της Εστίας
Τροβά Ε., Σκουρής Π., (2004), οι Πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες της Ευρώπης, Μεταμεσονύκτιες εκδόσεις
Mallon B., Widlund T., (2009), The 1896 Olympic Games, results for all competitors in all events with commentary, Mc Farland & Company, Inc., Publishers
Ross F.L.J. (2004), Ολυμπιακοί Αγώνες, επιστροφή στην κοιτίδα, Explorer
Τοποθεσία
Χρονολόγιο
Νεότερη και Σύγχρονη εποχή (1821 - )
1896 Ξεκίνησαν στις 25 Μαρτίου και ολοκληρώθηκαν 9 ημέρες μετά.
1936 Η αφή της ολυμπιακής φλόγας στην Αρχαία Ολυμπία πριν την έναρξη των αγώνων είναι μια ιδέα που ξεκίνησε τότε από το Γερμανό Carl Diem.

Share